Εκεί που καθόμουν… πέφτει μια καρύδα!

Τον  τελευταίο καιρό τα προϊόντα καρύδας εμφανίζονται όλο και πιο συχνά στη καθημερινότητα μας. Στα ράφια των σουπερμάρκετ, στα ψιλικά της γειτονιάς, στα μανάβικα, στα περίπτερα και βεβαίως στην οθόνη του υπολογιστή μας.

Λάδι καρύδας, γάλα καρύδας, νερό καρύδας, χυμός με καρύδα, τρίμμα καρύδας και σκέτη καρύδα.  Σ’ αυτό αναμφίβολα συνέβαλε η προώθηση της καρύδας και των προϊόντων της από ιστοσελίδες που την παρουσιάζουν ως ένα τρόφιμο με πολλαπλά οφέλη για την υγεία, όπως επίσης και η τεράστια προβολή της από το δημοφιλές τηλεπαιχνίδι «survivor».

Η καρύδα ανέκαθεν κατηγοριοποιείτο μαζί  με το βούτυρο, τα ζωικά λίπη και το φοινικέλαιο, λόγω της υψηλής περιεκτικότητας της σε κορεσμένα λιπαρά οξέα (92%) και ως τέτοια, η κατανάλωση της θα πρέπει να γίνεται με σύνεση. Πως όμως από αυτό το δεδομένο φτάσαμε στην αποθέωση της ως μια σουπερ τροφή; 

Το «πλασάρισμα» του λίπους της καρύδας στην κατηγορία με τα καλά λίπη

Για να βγάλει κανείς ένα ασφαλές συμπέρασμα για τη διατροφική αξία του λίπους της καρύδας θα πρέπει να γνωρίζει και να κατανοεί βασικές αρχές βιοχημείας. Αυτό όμως δεν είναι πάντα εύκολο να γίνει, ιδιαίτερα όταν απευθυνόμαστε στο ευρύ κοινό. Η αδυναμία κατανόησης βασικών αρχών βιοχημείας και συμπεριφοράς των οργανικών ενώσεων στον οργανισμό είναι το παραθυράκι που αφήνει επιστημονικοφανείς απόψεις να περνούν στη συνείδηση του καταναλωτή και τελικά να τον παραπλανούν. 

Γι ‘ αυτόν τον λόγο θα αποπειραθώ παρακάτω να εκλαϊκεύσω τον μηχανισμό που μεταβολίζονται τα λιπαρά της καρύδας για να γίνω κατανοητός στο ευρύ κοινό παρακάμπτοντας ταυτόχρονα δυσνόητους όρους που κουράζουν και αφήνουν περιθώρια σύγχυσης. Ας με συγχωρέσουν λοιπόν οι επιστήμονες που ασχολούνται με τη χημεία και τη βιοχημεία του σώματος. 

Τα λίπη λοιπόν χωρίζονται σε καλά, κακά και κάκιστα. Καλά λιπαρά είναι αυτά που βρίσκονται στα φυτικά τρόφιμα ιδιαίτερα  στο ελαιόλαδο (με κάποιες εξαιρέσεις), στους ξηρούς καρπούς και στο ψάρι. Τα κακά λιπαρά είναι αυτά που βρίσκονται στα ζωικά τρόφιμα και τα κάκιστα λιπαρά είναι αυτά που δημιουργούνται συνέπεια τηγανίσματος ή επεξεργασίας βιομηχανοποιημένων προϊόντων. 

Το λίπος της καρύδας, αν και φυτικό, εμπεριέχει μέσα λιπαρά που ανήκουν στα κακά λιπαρά. Όμως μεταξύ των κακών λιπαρών γίνεται ένας επιπλέον διαχωρισμός: Εκείνων που είναι μεγάλα σε μέγεθος  και εκείνων που είναι μικρά σε μέγεθος

Όσα κακά λιπαρά έχουν μικρό μέγεθος, τελικά δεν είναι και τόσο κακά, διότι μεταβολίζονται με έναν τρόπο που δεν είναι βλαπτικά για το σώμα.

Κατά συνέπεια, έχει σημασία να εξετάσουμε αν η καρύδα έχει μεγάλου ή μικρού μεγέθους λιπαρά.

Μικρού μεγέθους θεωρούνται εκείνα  τα λίπη που βρίσκονται μαζί σαν μια παρέα 8-10 ατόμων. Μεγάλα θεωρούνται εκείνα που η παρέα τους είναι αρκετά μεγαλύτερη και ξεπερνά τα 14 άτομα σε αριθμό. 

Το μεγαλύτερο ποσοστό του λίπους της καρύδας αποτελείται από μια παρέα 12 ατόμων. Θα μπορούσαμε δηλαδή να κατατάξουμε την καρύδα ως τρόφιμο μιας ενδιάμεσης κατάστασης. Δε θα ήταν λάθος να υποστηρίξει κάποιος ότι τα λίπος της καρύδας αποτελείται από μια σχετικά μικρή σε αριθμό παρέα ατόμων.

Εδώ ακριβώς είναι που συμβαίνει η παραπληροφόρηση. Διότι η προώθηση της καρύδας γίνεται υπό την παραδοχή ότι το λίπος της είναι μικρό σε μέγεθος επικαλούμενη έρευνες και στοιχεία που δείχνουν, ότι πράγματι αυτού του μεγέθους τα λίπη (αν και κακά) δε βλάπτουν την υγεία. Αυτό όμως που έχει σημασία να παρατηρήσει κανείς είναι η απορρόφηση και ο μεταβολισμός του λίπους της καρύδας και όχι το μέγεθος αυτό καθ’ αυτό. Η αλήθεια είναι ότι το λίπος της καρύδας συμπεριφέρεται όπως τα περισσότερα κακά λίπη που έχουν μεγάλο μέγεθος, επειδή το 70-75% της σύστασης του απορροφάται μαζί με τα χυλομικρά (πρόκειται για «πακετάκια» λίπους που σχηματίζονται από τις τροφές που προσλαμβάνουμε και μεταφέρουν αυτό το πακεταρισμένο λίπος από το έντερο στους υπόλοιπους ιστούς).

Η παρουσίαση ερευνών και στοιχείων που δείχνουν ότι τα μικρά σε μέγεθος λίπη έχουν ευεργετικές ιδιότητες για την υγεία και ότι είναι προτιμότερα από τα αντίστοιχα μεγάλου μεγέθους, είναι παραπλανητική. Όχι γιατί είναι ψέματα, αλλά γιατί οι ιδιότητες των μικρών σε μέγεθος λιπιδίων δεν αφορούν  στο λίπος της καρύδας. 

Με άλλα λόγια, το λίπος της καρύδας αν και μικρό, συμπεριφέρεται σαν μεγάλο.

Η δε παραφιλολογία που χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι οι Ασιάτες καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες καρύδας και των προϊόντων της αλλά παρόλα αυτά έχουν χαμηλότερη συχνότητα καρδιαγγειακών νοσημάτων είναι άστοχη, επειδή η παραδοσιακή διατροφή σε εκείνες τις περιοχές  περιέχει πολύ λίγες επεξεργασμένες τροφές. Οι έρευνες δείχνουν ότι στις Ασιατικές περιοχές όπου οι άνθρωποι υιοθέτησαν μια δυτικού τύπου διατροφή με επεξεργασμένα προϊόντα (με ή χωρίς καρύδες), υποβάθμισαν την υγεία τους οδηγώντας τους σε υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας με ότι αυτό σημαίνει στην επιβάρυνση του καρδιαγγειακού συστήματος. 

Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η καρύδα και τα προϊόντα της δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα καλά φυτικά λίπη όμως φαίνεται να έχουν μια μικρή υπεροχή σε σχέση με τα ζωικά λίπη. Αυτό ίσως να εξηγείται από το γεγονός, ότι όπως προανέφερα, το 70-75% του λίπους της καρύδας συμπεριφέρεται ως κακό λίπος, ενώ το υπόλοιπο συμπεριφέρεται ως καλό λίπος. Στο βούτυρο για παράδειγμα, το 95% συμπεριφέρεται ως κακό και μόλις το 5% ως καλό. 

Συμπέρασμα 

Στόχος του άρθρου δεν είναι να ενοχοποιήσει την καρύδα και να την αναδείξει ως ένα τρόφιμο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγουμε. Αν κάποιος θέλει να εντάξει την καρύδα και τα προϊόντα της στη διατροφή του, τότε μπορεί να το πράξει χωρίς όμως να περιμένει ότι αυτό από μόνο του θα συμβάλει στη βελτίωση της υγείας του. Στα πλαίσια μιας ισορροπημένης διατροφής όλα έχουν τη θέση τους αλλά τίποτα δε πρέπει να θεοποιείται. Είναι δε σημαντικό να αναγνωρίσουμε, ότι η καρύδα ως μια «σούπερ τροφή» είναι περισσότερο κατασκεύασμα του μάρκετινγκ με παραποίηση επιστημονικών δεδομένων, παρά μια τροφή που θα άξιζε για χάρη της να κάνουμε σοβαρές αλλαγές στον τρόπο διατροφής μας. 

 

Πηγές

https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4892314/

https://edition.cnn.com/2017/08/02/health/benefits-of-coconut-water/index.html

 

Menu